Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

MEMENTO MORI - ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

Φάντασμα με επιδερμίδα – Στέλιος Γιαννίκος

Α.

Πολύ-δισεκατομμυριούχος, ανύμφευτος και άκληρος, δεν είχε κανέναν να φοβάται. Τους εχθρούς του μπορούσε να τους ελέγχει, αφού αυτοί  που κυβερνούσαν, τους κυβερνούσε με την δύναμη του.  Μονάχα ένα μισούσε πιο πολύ από όλα στην ζωή του, τον Θάνατο - δεν τον φοβότανε τόσο, όσο τον μισούσε - .  Μέσα του σκεφτότανε πως όσα  με κόπο, θυσίες, απάτες και κινδύνους δημιούργησε, σε μια στιγμή, αυτός ο κλέφτης της ζωής, θα τον απομάκρυνε από όλα αυτά.  Δεν τον ενοχλούσε τόσο ότι κάποια στιγμή θα πεθάνει, όσο ότι δεν θα πάρει τα πλούτη μαζί του.

 

Β.

Η πόλη είναι γεμάτη ερείπια από τους βομβαρδισμούς.  Κάπου σε ένα ξέφωτο, οι γιατροί στήσανε με αντίσκηνα ένα νοσοκομείο.  Σέ ένα μεταλλικό κρεβάτι, ένα μικρό κορίτσι είναι ξαπλωμένο.  Στο χεράκι της, μια πεταλούδα την συνδέει με τον ορό που την βοηθά να μείνει ζωντανή και κοιμισμένη. Όταν ξυπνήσει θα καταλάβει τι έχει χάσει ένα αριστερό πόδι, μια μητέρα, έναν πατέρα, τρία αδέλφια, μια γιαγιά , έναν παππού, την παιδική της ηλικία…   Όταν ξυπνήσει, ένα καρφί θα σφηνωθεί στο στομάχι της και θα παραμείνει εκεί για όσα χρόνια θα συνεχίζει να ανασαίνει.

 

Γ

Πολιτικός πρόσφυγας ετών τριάντα τρία. Στα εικοσιπέντε του φυλακίστηκε για πρώτη φορά, για ένα έτος, γιατί σε μια κηδεία αναφώνησε δυνατά τρείς φορές, «Ζητώ οι ήρωες, αθάνατοι». Στα τριάντα του για δεύτερη φορά, δύο χρόνια, γιατί σε μια πολιτική εκδήλωση μίλησε με πάθος για την ελευθερία και την δημοκρατία. Τρείς εβδομάδες πριν τα τριακοστά τρίτα γενέθλια του, φίλοι ακτιβιστές τον ενημέρωσαν πως η κυβέρνηση ετοιμάζει λίστα προγραφών και θα είναι μέσα σε αυτές. Του είπαν επίσης, ότι καλό είναι να φύγει εκτός συνόρων, γιατί αν μείνει στην καλύτερη περίπτωση θα περάσει είκοσι με τριάντα χρόνια στην φυλακή.  Έτσι και έγινε. Απλοί άνθρωποι τον βοηθήσανε να μαζέψει χρήματα για να πληρώσει τους διακινητές. Η βάρκα που κανονικά θα χωρούσε δέκα άτομα, γέμισε με σαράντα  και ξεκίνησε αργά το απόγευμα. Τούς ενημέρωσαν ότι θα βρίσκονται τα ξημερώματα απέναντι. Λίγο πριν φτάσουν, τα σύγνεφα κρύψανε το φεγγάρι και ο αέρας άρχισε να φυσά.  Διακόσια μέτρα πριν την ακτή ένα κύμα έριξε τρία άτομα στην θάλασσα. Οι δύο δεν βγήκανε ποτέ – ο διακινητής αδιαφορώντας για την ζωή τους, δεν τους προμήθευσε με σωσίβια- . Εκείνος όμως ήταν νέος, «θα αντέξω» φώναζε μέσα του. Στην ακτή μια νέα ζωή τον περίμενε, θα έπιανε δουλειά, ίσως γνώριζε ένα καλό κορίτσι και θα έφτιαχνε την δική του οικογένεια, θα συνέχιζε και τον αγώνα για την πατρίδα.  Δύο ώρες πάλευε με τα κύματα και τελικά βρέθηκε στην ακτή.  Οι ντόπιοι εργάτες του χωριού, είδαν τον άνθρωπο και τρέξανε να τον βοηθήσου. Τον γυρίσαν ανάσκελα, δεν είχε σφυγμό, το κορμί του ήταν παγωμένο, πολύ αργά για να τον επαναφέρουν στην ζωή. Σήμερα ήταν τα γενέθλια του. Τριάντα τρία χρόνια πριν, στις οκτώ το πρωί ήρθε στην ζωή. Λίγες ώρες πριν ήταν ένας άνθρωπος, με όνομα και ελπίδες για το μέλλον. Τώρα είναι ένας νεκρός, χωρίς παρελθόν.

 

Δ

Το ξυπνητήρι χτυπά κάθε πρωί στις έξι. Αμέσως σηκώνεται, πλένεται, βάζει κάτι στο στόμα της και φεύγει να προλάβει το λεωφορείο. Στην κλινική, οι νοσηλευτές την καλωσορίζουν με χαμόγελα. Εδώ και ένα χρόνο, ο σύντροφος της νοσηλεύεται. Όταν πρωτοπήγε, η μνήμη του ήταν πολύ κακή, τώρα δεν θυμάται ούτε ποιος είναι. Εκείνη κάθε μέρα τον φροντίζει, τον καθαρίζει, τον χτενίζει, τον ταΐζει, του μιλά σαν να καταλαβαίνει και του διαβάζει βιβλία.  Εκείνος, μπορεί να μην αντιλαμβάνεται πολλά πράγματα, όμως νιώθει την ζεστασιά της αγάπης που του προσφέρεται.  Νωρίς το απογευματάκι, τον φιλά και φεύγει.  Που και που, περνάει μια βόλτα στα  παιδιά της, να δει και λίγο τα εγγόνια, που τόσο τα αγαπά και μετά, πίσω στην μοναξιά του σπιτιού.  Τον τελευταίο καιρό, κάθε βράδι, όταν ξαπλώνει στο κρεβάτι ένα ερώτημα πλανιέται στο μυαλό της που την κάνει να ριγεί, «άραγε ο άντρας μου είναι ζωντανός ή νεκρός; Γιατί πόσο άνθρωπος παραμένει ο άνθρωπος όταν χάνει τον Νου του;». Αυτό σκέφτεται συνέχεια και συνέχεια…  Μετά, σκεπάζετε μέχρι το κεφάλι, κάτω από το σεντόνι, κουλουριάζει το σώμα της όπως το έμβρυο και αρχίζει να κλαίει με αναφιλητά, μέχρι που την παίρνει ο ύπνος

 

Ε

Στα δεκαέξι του χρόνια, ένα παιδί βρίσκεται στο απόγειο της εφηβείας του. Πολλά πράγματα συμβαίνουν στην ζωή του.  Νιώθει μια σχετική ανεξαρτησία από τους γονείς του που το κάνει δυνατό, ερωτεύεται, ζει έντονα, νιώθει το μέλλον και την ζωή κτήμα του. Όχι όμως για όλα τα παιδία.  Στον θάλαμο τρία δέκα επτά, ένα παιδί σφαδάζει από τους πόνους.  Μεταστατικός καρκίνος στο τελευταίο στάδιο.  Η μητέρα του μερόνυχτα μαζί του με πικραμένα μάτια.  Πολλές στιγμές, ο πόνος είναι αφόρητος και φωνάζει με όλη του την δύναμη.  Ο ήχος είναι τόσο δυνατός, που κάνει συγγενείς και ασθενείς να ανατριχιάζουν στους άλλους θαλάμους.  Η μητέρα πηγαίνει ξανά και ξανά στις νοσοκόμες και παρακαλά:  «Βοηθήστε το παιδί μου, πονά δεν το ακούτε; Κάντε κάτι σας παρακαλώ, σας ικετεύω». Όμως, δεν μπορούν να το βοηθήσουν περισσότερο, του δίνουν ήδη τις μεγαλύτερες δόσεις φαρμάκων.  Η μάνα στέκει δίπλα του και προσπαθεί να το παρηγορήσει… μάταια.  Η ανακούφιση δεν βρίσκεται ούτε στα φάρμακα, μήτε στα λόγια της.   Το παιδί, κάποια στιγμή την κοιτάζει με ένα αποκαμωμένο βλέμμα και της λέει: «  Μαμά, Μαμά, δεν μπορώ άλλο, θέλω να πεθάνω».

 

 

 

ΣΤ

Η γιαγιά βγήκε από το δωμάτιο και κάλεσε τα παιδιά και τα εγγόνια να μπούνε μέσα. Είπε, « ο παππούς πεθαίνει, θέλει πριν φύγει να σας δει μια τελευταία φορά και να σας δώσει την ευλογία του». Όλη η οικογένεια μαζεύτηκε γύρω από το κρεβάτι. Φιληθήκανε, ένας ένας μαζί του. Τους μίλησε λίγο με την αδύναμη φωνή του και  ευχήθηκε τα καλύτερα και τα ομορφότερα για την ζωή τους. Οι χαρούμενες μνήμες έρχονταν σε αντίθεση με το πικρό αίσθημα του αποχωρισμού κι όλα τα πρόσωπά γιόμισαν με βουρκωμένα μάτια. Λίγο αργότερα ο παππούς έφυγε από την ζωή.  Ένα χαμόγελο στόλιζε το πρόσωπό του κι αν και νεκρός, έδειχνε φωτεινός,  σαν τον πρώτο της αυγής τον ήλιο.  Βλέπετε, είναι σπάνιο κάποιος να πεθαίνει πλήρης ημέρων, χαρούμενος κι ευτυχισμένος.

 

 

Ζ

Την στιγμή που έγραφα αυτές τις ιστορίες, ήμουν ζωντανός.  Τώρα που τις διαβάζεις, αγαπητέ αναγνώστη, δεν μπορείς να ξέρεις σε τι κατάσταση βρίσκομαι.  Ίσως να έφυγα πριν λίγα λεπτά, πριν μήνες ή χρόνια.  Δεν έχει σημασία.  Αρκεί να καταλάβουμε – όχι επιφανειακά αλλά σε βάθος – την θνητότητα μας.   Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα έρχονται και φεύγουν, σαν το νερό στο ποτάμι, που θέλει δεν θέλει θα χυθεί στην θάλασσα.  Όλοι οι άνθρωποι, οι καλοί, οι κακοί, οι όμορφοι, οι άσχημοι, οι έξυπνοι και οι όχι έξυπνοι, αφού γεννηθούν ακολουθούν την ίδια βιολογική πορεία, που θα τους οδηγήσει στον θάνατο.   Ο θάνατος δεν είναι ο εχθρός, είναι απλώς το τελευταίο επεισόδιο της ζωής.  Ας φροντίσουμε τα ενδιάμεσα επεισόδια να τα γεμίσουμε με αγάπη για τους συνανθρώπους μας και στην φύση.  Ίσως τότε – και σας το εύχομαι – να δεχτούμε αυτό το σπάνιο κι ευλογημένο προνόμιο να πεθάνουμε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. 


THE MEDITATIVE ROSE -SALVADOR DALI 

SALVADOR DALI 



MEMENTO MORI - ΝΑ ΘΥΜΑΣΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

Φάντασμα με επιδερμίδα – Στέλιος Γιαννίκος Α. Πολύ-δισεκατομμυριούχος, ανύμφευτος και άκληρος, δεν είχε κανέναν να φοβάται. Τους εχθρούς του...